διαφημιστείτε στο oraiokastro-city.gr

κατηγορίες του oraiokastro-city.gr

7/22/2016

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ....Κείμενο της κ. Έφης Λιάγκουρα, καθηγήτριας














ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ

(από τους μυθικούς χρόνους μέχρι σήμερα)
Κείμενο της κ. Έφης Λιάγκουρα, καθηγήτριας
Ο αθλητισμός γεννήθηκε και άνθισε στην Αρχαία Ολυμπία της Ηλείας, όπου κάθε τέσσερα χρόνια (Ιούλιο- Αύγουστο), τελούνταν λαμπροί πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες, τα «Ολύμπια», που είχαν θρησκευτική έννοια, αφού γίνονταν προς τιμήν του Δία και της Ήρας. Διατήρησαν έτσι, την εθνική ενότητα του αρχαίου Ελληνικού κόσμου για πολλούς αιώνες.
Η αρχή των αγώνων ξεκινάει από τους μυθικούς χρόνους και σύμφωνα με μία Ηλειακή παράδοση, που αναφέρει ο Παυσανίας ο «περιηγητής» (2ος αιώνας μ. Χ.), εμπνευστής των αγώνων αυτών ήταν ο Ηρακλής, γιος του Δία και της Αλκμήνης, ο οποίος πρότεινε και έπεισε τους τέσσερις αδερφούς του, να διαγωνισθούν στο δρόμο, δηλαδή στο τρέξιμο- και στεφάνωσε τον νικητή με κλάδο αγριελιάς.
Ακολουθώντας το παράδειγμα αυτό οι Έλληνες, διατήρησαν τον κλάδο αγριελιάς ως βραβείο των ολυμπιονικών.
Οι αγωνιστές που θα συμμετείχαν σ’ αυτόν τον ευγενή ανταγωνισμό, για την ανάδειξη του αξιότερου, έπρεπε να είναι Έλληνες πολίτες απ’ όλη την Ελλάδα και έδιναν τον προβλεπόμενο, πριν από την έναρξη των αγώνων, όρκο των αθλητών στον Όρκιο Δία, ότι θα αγωνισθούν τίμια και δίκαια με σεβασμό στους ιερούς νόμους των αγώνων.
Τους νικητές έκριναν οι Ελλανοδίκες, δέκα Ήλειοι  πολίτες που εκλέγονταν με κλήρο, μόνο για μια Ολυμπιάδα και ορκίζονταν στον Δία ότι θα ήσαν δίκαιοι προς όλους τους αθλητές. Οι Ελλανοδίκες ήταν εκείνοι που έκαναν και την
επίσημη ανακήρυξη των Ολυμπιονικών, την τελευταία ημέρα των αγώνων και τους στεφάνωναν με κλάδο αγριελιάς. Η ώρα εκείνη που στεφάνωναν τους Ολυμπιονίκες, ήταν η πιο ιερή στιγμή των αγώνων. Έξαλλο, τότε το πλήθος των θεατών ξεσπούσε, με άκρατο ενθουσιασμό, σε ζητωκραυγές όπως: «Τήνελλα, ω Καλλίνικε!», που σημαίνει  «εύγε, που κέρδισες ωραία νίκη».
Το στεφάνι της αγριελιάς θεωρούνταν ύψιστη τιμή όχι μόνο για τον νικητή αθλητή, αλλά και για την οικογένεια του και την πατρίδα του.
Εκτός από τους ανδρικούς αγώνες προς τιμήν του Δία, τελούνταν και τα «Ηραία», αγώνες δρόμου προς τιμήν της Ήρας, στους οποίους έπαιρναν μέρος νέες κοπέλες από την Ηλίδα, η οποία είχε την ευθύνη και τον έλεγχο για τη σωστή λειτουργία των αγώνων, και έτρεχαν 160 μ. με λυμένα μαλλιά, κοντό χιτώνα και γυμνό τον δεξιό ώμο μέχρι το στήθος και έπαθλο στεφάνι αγριελιάς. Κριτές σ’ αυτούς τους αγώνες ήταν 16  Ηλείες γυναίκες.
Στο στάδιο χωρούσαν 40000 θεατές που κάθονταν απ’ ευθείας στη γη, ενώ υπήρχαν και μερικά λίθινα καθίσματα για τα τιμώμενα πρόσωπα και τους Ελλανοδίκες.
Το 448 π.Χ. έγινε, στο Στάδιο, η αποθέωση του φημισμένου Ολυμπιονίκη Διαγόρα, ο οποίος γέρος πια, είχε την τύχη να είναι παρών, ως θεατής, στην ανακήρυξη των δύο γιων του ως Ολυμπιονικών στην ίδια Ολυμπιάδα, οι οποίοι πήραν τον πατέρα τους στους ώμους και τον γύριζαν μέσα στον στίβο. Τότε ακούστηκε η φωνή ενός θεατή να λέει: «Κάτθανε Διαγόρα, ουκ ες Όλυμπον αναβήσει», δηλαδή, πέθανε Διαγόρα, δεν θα ανέβεις και στον Όλυμπο (να γίνεις και θεός).
Τα τετράχρονα διαστήματα ανάμεσα σε δύο Ολυμπιακούς Αγώνες, ονομάζονταν Ολυμπιάδες, που χρησιμοποιούνταν και ως σημεία αναφοράς για τη χρονολόγηση ιστορικών γεγονότων.
Η πρώτη Ολυμπιάδα είναι εκείνη κατά την οποία αναδείχτηκε Σταδιονίκης ο Κόροιβος ο Ηλείος και λέγεται «Ολυμπιάς του Κοροίβου». Η συμβατική της χρονολογία είναι το 776 π.Χ. αν και τα «Ολύμπια» τελούνταν πολύ πιο πριν, τότε που ο βασιλιάς της Ηλείας Ίφιτος (884 π.Χ.) αναδιοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες αφού πρώτα ήρθε σε συμφωνία με δύο άλλους βασιλείς, τον Λυκούργο της Σπάρτης και τον Κλεοσθένη της γειτονικής Πίσας και υπέγραψαν την «Ιερή Εκεχειρία», ένα σύμφωνο ειρήνης, που καθιστούσε αναγκαία τη συναδέλφωση των Ελληνικών πόλεων- κρατών για ένα μήνα, όσο κρατούσαν οι αγώνες δηλαδή, αργότερα για τρεις μήνες, ως προϋπόθεση διεξαγωγής των αγώνων. Σταματούσαν τότε οι κάθε είδους εχθροπραξίες μεταξύ τους, με αποτέλεσμα όλοι οι Έλληνες να ταξιδεύουν στην Ολυμπία και να επιστρέφουν στις πόλεις τους, μετά τη λήξη των αγώνων τελείως ασφαλείς.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες γίνονταν κανονικά από το 776 π.Χ. ως το 395 μ.Χ., επί Θεοδοσίου του Μεγάλου, αυτοκράτορα του Βυζαντίου, ο οποίος τους κατήργησε ως αντίθετους προς τη νέα θρησκεία, τη χριστιανική.
Από το 1896, κατά μίμηση των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων, τελούνται κάθε τέσσερα χρόνια, διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες στις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, διαδοχικά, όπου μεταφέρεται η Ολυμπιακή Φλόγα, ως σύμβολο ειρήνης και συναδέλφωσης των λαών.
Την ιδέα της ανασύστασης των αγώνων είχε ο Γάλλος βαρώνος Πιέρ ντε Κουμπερτέν, γενικός γραμματέας της ένωσης των γαλλικών αθλητικών σωματείων, τα οποία συμφωνήσαν, το 1893, να συγκληθεί για τον Ιούνιο του 1894 διεθνές αθλητικό συνέδριο, όπου, με την προσπάθεια του Κουμπερτέν, αποφασίστηκε η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Στο συνέδριο εκείνο, ήταν και ο Πανελλήνιος Γυμναστικός Σύλλογος, με αντιπρόσωπο τον Δημήτριο Βικέλα (1835-1908), διηγηματογράφο από την Ερμούπολη της Σύρου, ο οποίος πρότεινε οι πρώτοι Αγώνες να τελεσθούν το 1896 στην Αθήνα. Έγινε δεκτή η πρόταση του και οργανώθηκε διεθνής επιτροπή με πρόεδρο τον Βικέλα. Έτσι. Οι πρώτοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες έγιναν στην Αθήνα, αφού πρώτα οικοδομήθηκε το Αθηναϊκό Στάδιο.
Στους αγώνες εκείνους καθιερώθηκε και το αγώνισμα του Μαραθώνιου δρόμου (42.192 μ.), σε ανάμνηση του ηρωικού Αθηναίου πολεμιστή, που με τη νίκη των Ελλήνων  στη μάχη του Μαραθώνα με τους πέρσες (490 π.Χ.), έφερε στην Αθήνα, τρέχοντας, το μήνυμα «Νενικήκαμεν!» και έπεσε την ίδια στιγμή νεκρός. Στο αγώνισμα του Μαραθώνιου δρόμου τότε, νίκησε ο Έλληνας δρομέας Σπύρος Λούης με επίδοση 2 ωρών και 58 λεπτών.
Το 1914 στη σύνοδο της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, στη Λυών της Γαλλίας, ορίστηκε η Ολυμπιακή Σημαία, που έχει σε λευκό πλαίσιο παράσταση πέντε ενωμένων χρωματιστών κύκλων (κίτρινο, πράσινο, μαύρο, μπλε και κόκκινο) που συμβολίζουν την ενότητα των αθλητών των πέντε Ηπείρων και γενικά την παγκόσμια συναδέλφωση.
Το 1936 καθιερώθηκε η τελετή της αφής της Ολυμπιακής Φλόγας, που γίνεται πάντοτε στην Ολυμπία, στον βωμό της Ήρας, που τον πλαισιώνουν ιέρειες με αρχαιοπρεπείς ενδυμασίες και μεταφέρεται με λαμπαδηδρόμους μέχρι την Αθήνα. Από εκεί, με χιλιάδες δρομείς μεταφέρεται στην πόλη που θα τελεσθούν οι αγώνες, όπως έγινε στο Βερολίνο το 1936, στο Μόναχο το 1972 και στη Μόσχα το 1980, ή με πλοίο, αεροπλάνο ή ακτίνες λέιζερ. Η φλόγα που φθάνει στον τόπο προορισμού παραμένει αναμμένη σε πελώριο βωμό κατά τη διάρκεια των αγώνων και σβήνει όταν αυτοί λήξουν.
Η τελετή της αφής της Ολυμπιακής Φλόγας, συνδέει τους αγώνες - όπου κι αν γίνονται- με την κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαιότητας, την Ολυμπία. Προβάλλει τις διαχρονικές αξίες του πολιτισμού μας και προσδίδει στην Ελλάδα μια παγκοσμίως ξεχωριστή θέση στην Ιστορία της ανθρωπότητας.
Κλείνω με μια ευχή:

Μακάρι -επιτέλους!- σύντομα να καθιερωθούν Πανελλήνιοι Ολυμπιακοί Αγώνες, στους οποίους να παίρνουν μέρος Έλληνες αθλητές απ’ όλη την Ελλάδα και να αγωνίζονται σε όλα τα αγωνίσματα του κλασικού αθλητισμού της αρχαίας Ελλάδας. Μακάρι!